Αυτό που όλοι φοβόμασταν και, δυστυχώς, όλοι περιμέναμε δεδομένης της κατάστασης της υγείας της, είναι πια γεγονός: Η θρυλική Μαρινέλλα, η κορυφαία Ελληνίδα λαϊκή τραγουδίστρια, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 87 ετών. Η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει από τις 25 Σεπτεμβρίου του 2024, όταν υπέστη σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο και κατέρρευσε στη σκηνή του Ηρωδείου. Διακομίστηκε σε κρίσιμη κατάσταση στη ΜΕΘ του νοσοκομείου Υγεία, απ’ όπου πήρε εξιτήριο ύστερα από τέσσερις μήνες νοσηλείας και επέστρεψε στην οικία της. Έκτοτε η κατάσταση της παρέμεινε στάσιμη μέχρι που το θαύμα, το οποίο όλοι περιμέναμε, δεν έγινε και επήλθε το βιολογικό τέλος της, βυθίζοντας στο πένθος ολόκληρη τη χώρα.
Η Μαρινέλλα – κατά κόσμον Κυριακή Παπαδοπούλου – γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 19 Μαΐου του 1938 μέσα σε μια φτωχή πολυμελή οικογένεια και με δύο γονείς Κωνσταντινουπολίτικης καταγωγής. Σε ηλικία πέντε ετών πρωτοτραγούδησε στην παιδική ραδιοφωνική εκπομπή «Παιδική ώρα» και λίγο μετά, στα δώδεκα της, διαφήμιζε με τη φωνή της τα καταστήματα «Melka» της Θεσσαλονίκης. Στα δεκαεφτά της, όταν ακολούθησε ως ηθοποιός τον θίασο της Μαίρης Λωράνς, δίπλα στους ανερχόμενους τότε Κώστα Βουτσά και Μάρθα Καραγιάννη, είχε την πρώτη της επαγγελματική τραγουδιστική εμπειρία: Για ένα βράδυ αντικατέστησε την τραγουδίστρια του θιάσου, που είχε αρρωστήσει. Είπε το τραγούδι της Σοφίας Βέμπο, «Ο άνθρωπος μου», και από εκείνη τη στιγμή έγινε η βασική τραγουδίστρια του θιάσου. Στο κέντρο «Πανόραμα», που άρχισε να τραγουδάει σε ηλικία δεκαοχτώ ετών, γνωρίστηκε με τον τραγουδοποιό Τόλη Χάρμα. Εκείνος τη βάφτισε «Μαρινέλλα», εμπνευσμένος από το ομότιτλο τραγούδι του – μεγάλη επιτυχία της εποχής. Εκεί επίσης θα γνώριζε τον μπουζουξή Στέλιο Ζαφειρίου, που έμελλε να συνδεθεί μαζί της ως σολίστας σχεδόν καθ’ όλη τη μεγάλη πορεία της. Στενός φίλος του Ζαφειρίου ήταν ο τραγουδιστής Στέλιος Καζαντζίδης που γνώρισε τη Μαρινέλλα το καλοκαίρι του 1957 και αμέσως της ζήτησε να γίνουν ντουέτο στο πάλκο και τη δισκογραφία. Μαζί ξεκινούν με μεγάλη επιτυχία από το κέντρο «Λουξεμβούργο» της Θεσσαλονίκης μέχρι να κατέβουν στην Αθήνα στα τέλη του 1957 και να γνωρίσουν σταδιακά μια εξαιρετικά ανοδική κοινή πορεία.

Πρώτο σόλο τραγούδι της στη δισκογραφία ήταν το «Ήρθα πάλι κοντά σου» το 1959 με β’ φωνή τη Γιώτα Λύδια. Παράλληλα, Μαρινέλλα και Καζαντζίδης, ζευγάρι πια όχι μόνο στο τραγούδι, αλλά και στη ζωή, κάνουν περιοδείες στις ΗΠΑ, την Αυστραλία και την Κωνσταντινούπολη. Μέχρι σήμερα οι διφωνίες τους σε τραγούδια των Τσιτσάνη, Δερβενιώτη, Καλδάρα, Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Λεοντή, Μαρκόπουλου κ.α. θεωρούνται αντικείμενο μελέτης και θαυμασμού.
Με την είσοδο στη δεκαετία του 1960 οι δυο τους αρχίζουν να εμφανίζονται στον κινηματογράφο της εποχής (συνολικά σε δέκα ταινίες) με την περίφημη συναυλία στο θέατρο «Κεντρικόν» (Μάρτιος 1961), όπου ερμήνευσαν τέσσερα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι και άλλα έξι του Μίκη Θεοδωράκη, να χαρακτηρίζεται δικαίως σταθμός στην καριέρα τους. Ο γάμος της Μαρινέλλας με τον Καζαντζίδη διήρκεσε από τον Μάιο του 1964 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1966 εν μέσω επιτυχιών σε δισκογραφία, κινηματογράφο, θέατρο και σε περιοδείες στην Ευρώπη και την Αμερική. Για τελευταία φορά συναντήθηκαν δισκογραφικά το 1968 ηχογραφώντας έναν μεγάλο κοινό δίσκο που κυκλοφόρησε στις αρχές του 1969 με συνθέσεις των Σ. Καζαντζίδη, Χ. Νικολόπουλου, Ν. Πετρίδη, Κ. Σταματάκη και του στιχουργού Πυθαγόρα.
Από το 1966 και αμέσως μετά τον χωρισμό της με τον Καζαντζίδη, η Μαρινέλλα προσπαθούσε να χτίσει τη σόλο καριέρα της. Παρόλο που είχε τη βοήθεια τόσο του Μίκη Θεοδωράκη (τραγούδησε στον «Μουσικό Αύγουστο» τους αριστουργηματικούς «Λιποτάκτες» του), όσο και του Χρήστου Λεοντή (τραγούδησε κομμάτια από την «Ανάσταση Ονείρων» του), εκείνοι που της έστρωσαν ουσιαστικά τη μεγάλη καριέρα της ήταν ο Γιώργος Κατσαρός και ο Γιώργος Ζαμπέτας: Ο μεν Κατσαρός την πήρε μαζί του σε περιοδεία 45 ημερών στην πρώην Σοβιετική Ένωση και την παρότρυνε να εμφανιστεί σε επιθεώρηση του θεάτρου «Παρκ», όπου παρουσίασε καινούργια τραγούδια του με τη φωνή της. Ο δε Ζαμπέτας της χάρισε την πρώτη μεγάλη επιτυχία της, το τραγούδι «Σταλιά – σταλιά», γραμμένο για την ταινία «Η κόρη μου η σοσιαλίστρια» του Αλέκου Σακελλάριου, το οποίο η πρωταγωνίστρια Αλίκη Βουγιουκλάκη είχε αρνηθεί να τραγουδήσει.
Από κει και πέρα άρχισε η θητεία της στον Φίνο και τα κινηματογραφικά μιούζικαλ του Δαλιανίδη. Το τραγούδι «Άνοιξε πέτρα» που της έγραψαν ο Μίμης Πλέσσας και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος για τις ανάγκες της ταινίας «Γοργόνες και μάγκες» έγινε το εισιτήριο της για μια πραγματικά σημαντική καριέρα – μία διαχρονική επιτυχία με την τεράστια έκταση της φωνής της να διατηρείται αναλλοίωτη σχεδόν μέχρι και λίγο πριν η ερμηνεύτρια φύγει από τη ζωή (όσοι συνάδελφοί του πολιτιστικού ήμασταν στην αποστολή στη Μονή Τοπλού, το καλοκαίρι του 2024, που η Μαρινέλλα τραγούδησε το «Άνοιξε πέτρα», αφήνοντας μας όλους άφωνους, κρατάμε για πάντα τη συγκεκριμένη στιγμή της). Όπως ήταν φυσικό, το «Άνοιξε πέτρα» εντάχθηκε στο πρώτο προσωπικό της άλμπουμ που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1969 και που είχε τίτλο την πρώτη επιτυχία της: «Σταλιά – σταλιά».

Οι επιτυχίες διαδέχονταν η μία την άλλη προερχόμενες εκείνα τα χρόνια από τον ελληνικό κινηματογράφο: Τα τραγούδια «Δώσ’ μου τ’ αθάνατο νερό» και «Ζωγραφισμένα στο χαρτί» των Μ. Πλέσσα – Α. Δασκαλόπουλου ακούστηκαν στην «Παριζιάνα» του Γ. Δαλιανίδη, ενώ το «Πάλι θα κλάψω» των Ν. Πετρίδη – Σ. Τηλιακού στο φιλμ «Ησαΐα μη χορεύεις» του Κ. Καραγιάννη. Ως πρώτο όνομα πλέον, η Μαρινέλλα προχωρά σε αλλαγές στην εμφάνιση της και από το μελαχρινό κορίτσι που τραγουδούσε διακριτικά στα λαϊκά πάλκα μετατρέπεται σε μια ντίβα με κοντοκουρεμένο μαλλί και κομψά ντυσίματα, η οποία κυριολεκτικά αλωνίζει τις πίστες. Οι εμφανίσεις της στο «Stork» από τα τέλη του 1969 μέχρι τον Ιανουάριο του 1972, έχοντας στο πλάι της τον νεαρότατο Γιώργο Νταλάρα, φαίνεται να αλλάζουν το τοπίο της εγχώριας νυχτερινής διασκέδασης. Είναι η περίοδος που κορυφαίοι καλλιτέχνες από την Ελλάδα και το εξωτερικό, σαν τον Ομάρ Σαρίφ, την Ίνγκριντ Μπέργκμαν, τον Μιχάλη Κακογιάννη, τον Μάνο Κατράκη και τον Αλέξη Μινωτή, συρρέουν στα μαγαζιά που εμφανίζεται για να απολαύσουν αυτό το φωνητικό φαινόμενο, μία «οπτικοακουστική τραγουδίστρια», όπως είχε χαρακτηριστεί από τον Τύπο.
Η δεκαετία του 1970 τη βρίσκει με μεγάλες συνεργασίες που οδήγησαν σε μεγάλες και πάλι επιτυχίες: «Κρίμα το μπόι σου» των Γ. Χατζηνάσιου – Σ. Τηλιακού από την ομότιτλη ταινία του Κ. Καραγιάννη (τελευταία κινηματογραφική της εμφάνιση), «Κοίτα με στα μάτια» του Άκη Πάνου, αλλά και ένα ολόκληρο άλμπουμ με τον συνθέτη Χρήστο Λεοντή, το «Δώδεκα παρά πέντε», σε στίχους των Γ. Νεγρεπόντη, Τ. Μιχαηλίδη (ψευδώνυμο του Β. Γκούφα) και Σ. Τσώτου, που αντιμετώπισε προβλήματα με τη χουντική λογοκρισία. Τον Οκτώβρη του 1973 τραγουδά για πρώτη φορά ένα ολόκληρο άλμπουμ με συγκεκριμένη θεματική, την «Αλβανία» των Γ. Κατσαρού – Πυθαγόρα, αφιερωμένο στο Έπος του ’40, με τη χουντική λογοκρισία να παρεμβαίνει για μία ακόμη φορά στο τραγούδι «Μάνα μου κρύψε το σπαθί».
Εκείνη τη χρονιά η Μαρινέλλα ταράζει τα νερά της κοσμικής, όσο και συντηρητικής Αθήνας, αφού φέρνει στον κόσμο τη μοναχοκόρη της, Τζωρτίνα, καρπό της εκτός γάμου σχέσης της με τον πρωταθλητή ιππασίας Φρέντι Σερπιέρη, ενώ λίγους μήνες αργότερα, στα τέλη του ’73, παντρεύεται τον δεύτερο σύζυγο της, τον τραγουδιστή – σούπερ σταρ της εποχής, Τόλη Βοσκόπουλο. Μέχρι τον χωρισμό της από τον Βοσκόπουλο το 1981, οι δυο τους εμφανίζονται στη «Νεράιδα» και αφήνουν δύο προσωπικούς κοινούς δίσκους.
Αξιοσημείωτοι άλλοι σταθμοί: Η εκπροσώπηση της Ελλάδας στην Eurovision του 1974 με τη Μαρινέλλα να ερμηνεύει το «Λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου» των Γ. Κατσαρού – Πυθαγόρα, το σχήμα Μαρινέλλα – Κώστας Χατζής με το «Ρεσιτάλ» τους στη μπουάτ «Σκορπιός» να γράφει ιστορία τόσο στη νύχτα, όσο και στη δισκογραφία (το τριπλό άλμπουμ τους πούλησε πάνω από 500.000 αντίτυπα το Πάσχα του 1976) και η συνεργασία με τον συνθέτη Γιώργο Χατζηνάσιο σ’ ένα άλμπουμ που σημείωσε επίσης μεγάλη επιτυχία και που σ’ αυτό η Μαρινέλλα φανέρωσε μια πιο ντίσκο – συμφώνως με την εποχή – πλευρά της. Ο δίσκος είχε ενδεικτικό τίτλο «Η Μαρινέλλα του σήμερα» (1978) και περιείχε το πασίγνωστο μεταξύ άλλων «Να παίζει το τρανζίστορ». Το ίδιο διάστημα η Μαρινέλλα είναι η πρώτη ξένη τραγουδίστρια που της επιτρέπεται να τραγουδήσει επί αλβανικού εδάφους με την ανταπόκριση της εφημερίδας «Βραδυνή» να γράφει στις 17 Αυγούστου του 1977: «Υπέταξε την Αλβανία με το Τραγούδι»!
Η δεκαετία του 1980 ανοίγει με τη Μαρινέλλα σε ένα δίσκο με τραγούδια της λατρεμένης της, Σοφίας Βέμπο, συνεχίζεται με μία επιτυχημένη εκ νέου συνεργασία με τον Χατζή, αλλά και με συμπράξεις σε περιοδείες και σε νυχτερινά μαγαζιά με νεότερους συναδέλφους της, από τον Δάκη και τη Τζίνα Σπηλιωτοπούλου μέχρι την Άννα Βίσση και την Κωνσταντίνα. Παράλληλα ηχογραφεί με αμείωτη ένταση και επιτυχία τραγούδια των Γ. Σπανού, Μ. Τόκα, Τ. Μπουγά, καθώς με το άλμπουμ «Τολμώ» (1989) μοιράζεται αισθηματικά ντουέτα με τον Γ. Πάριο. Λίγο πριν, στα τέλη του 1988, το ιστορικό κινηματοθέατρο «Ρεξ» της Πανεπιστημίου μετατρέπεται σε music hall με την εικαστική συνεισφορά του Γ. Τσαρούχη και εγκαινιάζεται με τη Μαρινέλλα σε παραστάσεις που άφησαν εποχή.

Στη δεκαετία του 1990 που η Μαρινέλλα πλέον θεωρείται «Μεγάλη Κυρία» του ελληνικού τραγουδιού, συνεχίζει να συνεργάζεται με την αφρόκρεμα των νεότερων συνθετών και συναδέλφων της και δίνει μία αξέχαστη παράσταση στο Ηρώδειο με τίτλο «Γυναικών Πάθη» (Ιούλιος 1995), στην οποία ερμήνευσε χορικά αρχαίων τραγωδιών μελοποιημένα από τον Χ. Λεοντή, τον Γ. Κουρουπό, τον Σ. Κραουνάκη και τον Μ. Χριστοδουλίδη. Το μιλένιουμ τη βρίσκει πάλι σε μεγάλες φόρμες ερμηνεύοντας αυτή τη φορά τα τραγούδια του Κραουνάκη από το σήριαλ «Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες» του Γ. Ξανθούλη σε σκηνοθεσία Κ. Κουτσομύτη. Τον Μάιο του 2002 συμμετέχει στην εορταστική συναυλία του Ηρωδείου για τα 50 χρόνια του Μίμη Πλέσσα στην ελληνική μουσική, ενώ στα τέλη της ίδιας χρονιάς τραγουδά ξανά με τον Γιώργο Νταλάρα ύστερα από 31 ολόκληρα χρόνια σε παραστάσεις στα Μέγαρα Μουσικής Αθηνών και Θεσσαλονίκης, αλλά και σε Ευρώπη, ΗΠΑ και Αυστραλία.
Στα επόμενα χρόνια, μέχρι και την ημέρα που κατέρρευσε στο Ηρώδειο, η Μαρινέλλα συνέχισε ακριβώς στον ίδιο δρόμο, συνεργαζόμενη με νεότερους ερμηνευτές, και εμφανιζόμενη σε μεγάλες σκηνές σε Ελλάδα και Κύπρο. Ο θάνατος της σηματοδοτεί ένα κανονικό τέλος εποχής για το ελληνικό τραγούδι, που υπηρέτησε με συνέπεια για περισσότερα από εξήντα χρόνια.
Δημοσίευση σχολίου
vhmavochas@gmail.com